Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Αινίγματα του Χωριού Μελιβοία Λαρίσης

Ο καθένας θα θυμάται κάποιο αίνιγμα που θα άκουσε προφανώς από κάποιο φίλο ή οικογενειακό μέλος (συνήθως παππούδες και γιαγιάδες). Επομένως σε όλους μας είναι γνωστά τα αινίγματα. Από πού προέρχονται όμως; τι ακριβώς είναι; πόσο παλαιά είναι; για ποιο λόγο τα λέμε; Είναι ερωτήματα που με απασχόλησαν και με οδήγησαν στη μελέτη για το τι ακριβώς είναι το αίνιγμα.
Μια αρχική προσέγγιση για τη λέξη αίνιγμα μπορούμε να εντοπίσουμε σε οποιοδήποτε λεξικό: «λόγος ή φράση που δεν ορίζει συγκεκριμένα τι εννοεί»
Η λέξη αίνιγμα προέρχεται από το ρήμα αινίσσομαι που σημαίνει υπονοώ και το ουσιαστικό αίνος = μύθος. Είναι αλληγορικές περιγραφές ενός πράγματος που έχουν τη μορφή του ερωτήματος που απαιτεί λύση.
Με μια αναδρομή στο χρόνο εντοπίζουμε τα αινίγματα στην αρχαία Ελλάδα, στα συμπόσια των ελεύθερων ανδρών, όπου εκτός των φιλοσοφικών συζητήσεων και τα αινίγματα είχαν το χρόνο τους κατά τη διάρκεια των συμποσίων. Το αίνιγμα δείχνει εξελιγμένο μυαλό τόσο για αυτόν που το παρουσιάζει όσο και για αυτόν που επιζητεί τη λύση, γι’ αυτό εντοπίζεται σε χρονικές περιόδους όπου η πολιτιστική εποχή και τάξη είναι σε κάποιο προχωρημένο επίπεδο.
Στη συνέχεια, στα Βυζαντινά χρόνια εντοπίζουμε επίσης αινίγματα. Τώρα πλέον βλέπουμε αινίγματα με θεολογικό ερώτημα όπως: τις δις απέθανε και απαξ εγεννήθη; - Ο Λάζαρος.
Τέλος στα νεοελληνικά χρόνια βλέπουμε αινίγματα, έξυπνα, με ποιητικό ύφος, αποτελούμενα από στοίχους (έμμετρα). Τα αινίγματα όπως ανέφερα και πρωτύτερα υπονοούν έννοιες και πράγματα, οπότε ανάλογα με τη γεωγραφική θέση του κάθε τόπου δημιουργούνται αινίγματα σχετικά με τις ασχολίες των κατοίκων. Παράδειγμα στο χωριό μας, «Μελιβοία», όπου οι ασχολίες των κατοίκων είναι ως επί το πλείστον αγροτικές (καστανιές, ελιές). υπάρχουν τα σχετικά αινίγματα:
«Σε πράσινο παλάτι, μαύροι καλοέροι (καλόγεροι) κάθονται κρυμμένοι» το οποίο εννοεί την τζούνα με το κάστανο,
«Μάννα και θυγατέρα, έχουν το ίδιο όνομα, τι είναι; Η ελιά.»
Σε χωριά του κάμπου, βλέπουμε διαφορετικά αινίγματα που σχετίζονται με τα τοπικά αγαθά και είναι άγνωστα σε ορεινούς ή παραθαλάσσιους οικισμούς, όπως «Ψηλός, ψηλός καλόγερος με τα πολλά πατώματα» που υπονοεί το καλάμι με τους κόμπους. Όπως και στους παραθαλάσσιους οικισμούς και σε νησιά όπου υπάρχει θάλασσα και η κάτοικοι ασχολούνται αποκλειστικά με το ψάρεμα και τα ειδικά σύνεργα του ψαρέματος, δημιούργησαν τα κατάλληλα αινίγματα. «Χιλιότρυπου, χιλιόκουμπου, χίλια να πεις δεν του καταλαβαίν’ς» που υπονοεί το δίχτυ του ψαρέματος.
Το γεγονός αυτό δεν είναι απόλυτο, διότι στο πέρασμα των χρόνων ο κόσμος μετακινείται από περιοχή σε περιοχή, από χωριό σε χωριό και μεταφέρει τις παραδόσεις, έθιμα, συνήθειες, επόμενος και τα αινίγματα.
Εδώ παραθέτω ορισμένα αινίγματα έτσι όπως τα άκουσα από τους ηλικιωμένους του χωριού μου, Μελιβοία. Το χωριό Μελιβοία βρίσκεται στο Νομό Λαρίσης στην Ανατολικές παρυφές του Κισσάβου. Όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, διατηρώ το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα του χωριού μου ώστε ο αναγνώστης να πάρει μια πρόγευση της ντοπιολαλιάς του χωριού μου:
- Πααίνει (πηγαίνει) ένας μικρός στη γειτόνισσα και λέει:
Θειά, μ' είπι η μάνα μου να μι δώσ' του τσίντζιλου του μίτζιλου, να τσιντζιλήσ' η μάνα μου και πάλι θα στου φέρου, τι είναι; Το καντάρι, παλάντζα (παλιό είδος ζυγαριάς)

- Όταν μπαίν' τρέμ', όταν βγαίν' στάζ', την κουπέλα την κουράζ', τι είναι; Ο κουβάς όταν μπαινοβγαίνει στο πηγάδι.

- Γι' αυτό κυράμ' σ' αγόρασα κι έδωσα τα λεφτά μου να σε χτυπώ τ' ανάσκελα να κάνω την δουλειά μου, τι είναι; Η κουπάνα (παλαιό σκεύος που πλένανε οι γυναίκες τα ρούχα ή το σκαφίδι που ζυμώνανε).

- Βγαίν' η γκόλιαρους (γυμνός) μπαίν' η μάλλιαρους, τι είναι; του τσιρέπ' (κάλτσα μάλλινη).

- Χίλιοι μύριοι καλοέροι (καλόγεροι) σ' ένα ράσο τυλιγμένοι, τι είναι; Το ρόιδο.

- Σπάζω πάγο, βρίσκω ασήμι, μεσ' στ' ασήμι βρίσκω χρυσάφι, τι είναι; Το αυγό.

- Τέσσερις καλοέροι (καλόγεροι) σ' ένα ράσο τυλιγμένοι, τι είναι; Το καρύδι.

- Μάντρα μαντρί χίλια πρόβατα χωρεί κι ένα πουδάρ' απ' τ' αρνί δεν του χουρεί, τι είναι; Η μυρμηγκοφωλιά.

- Αλλάζ’ η κουντουθόδουρους με τ΄ άντερου στουν κώλου, τι είναι; Το βελόνι με την κλωστή.

- Αλλάζ η κουντουθόδουρους μεσ’ στ’ άχυρο γκιλιέτι (σέρνεται), τι είναι; Το αυγό στην φωλιά.

- Κούφια καρυά (καρυδιά) δράκος μέσα, τι είναι; Το όπλο.

- Κάθεται η παντζίνα κι ανεβαίνει η αράπ’σα, τι είναι; Η πυρουστιά (σιδερένιος σκελετός ειδικός για την τοποθέτηση κατσαρόλας, για βράσιμο στο τζάκι) και αράπισα είναι ο τένζτερης (κατσαρόλα)

- Που πας μουρί φριτζέλου; Σι σένα μουρί κάφτρα, τι είναι; Ο Φούρνος με την πάνα (η πάνα είναι ένα πανί βρεγμένο που καθάριζαν τον παλαιό παραδοσιακό φούρνο στα χωριά)

- Άσπρος κάμπος, μαύρα βόδια, χαρά στο νιο, που τα λαλεί. τι είναι; Τα γράμματα.

- Όλ’ τη μέρα φράστα φρούστα και το βράδυ πίσω απ’ την πόρτα. τι είναι; Η σκούπα

- Όλ’ τη μέρα τα’ δενα και το βράδυ τα ξέδενα. τι είναι; Τα παπούτσια

- Όλ’ τη μέρα κρεμασμένο και το βράδυ σηκωμένο. τι είναι; Το πέτρωμα παλιάς πόρτας

- Κλειδώνω μανταλώνω τον κλέφτη βρίσκω μέσα. τι είναι; Ο ήλιος.

- Πέντε λεβέντες τ’ ν έπιαναν και πέρα την πετούσαν. τι είναι; Η μύξα.

- Από κάτω σαν βαμπάκι, από πάνω σαν τηγάνι και από πίσω σαν ψαλίδι.
Τι είναι; Το χελιδόνι.


- Τσίγκρα γρια το μονοδαύλι, το τσιγκρώ και δεν ανάβει. τι είναι; Το ξύλο

- Άψυχο ψυχή δεν έχει και ψυχές παίρνει και φεύγει; τι είναι; Το αμάξι

- Έχω ένα βαρελάκι που ‘χει δυο λογιών κρασάκι. τι είναι; Το αυγό.

- Τρουίρ’ τρουίρ’ (γύρο γύρο) απ’ του σπιτάκι μου λαμπάδες κρεμασμένες. τι είναι; Σταλακτίτες που κρέμονται από τη σκεπή των σπιτιών όταν έχει χιόνι και πάγο.

- Γύρω γύρω κάγκελα και μέσα πρασινάδα, τι είναι; Η πίτα με κόθρο.

- Από πάν απ’ του σπιτάκι μου βελέντζες απλωμένες, τι είναι; Τα σύννεφα.

- Κότα μαδμέν’ (μαδημένη) στου λάκκου πεταμέν, τι είναι; Άδειο τσαμπί από σταφύλι

- Έχω ένα κουτί, πού’ χει μέσα κατιτί και άμα χάσω το κατιτί, τι το θέλω το κουτί, τι είναι; Το κεφάλι με το μυαλό.

- Πάνω απ' το σπιτάκι μου κουκόσιες (καρύδες) απλωμένες, τι είναι; Τα αστέρια.

- Σε πράσινο παλάτι, μαύροι καλοέροι (καλογέροι) κάθονται κρυμμένοι, τι είναι; Η τζούνα με το κάστανο.
_______________________________________________________________________
1. Δημήτριος Σ. Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985,
σ. 116-121
2. Κωνσταντίνου Ι. Παπακωνσταντίνου, Τα Λαογραφικά της Νίκαιας, Εκδοση Πνευματικού-Πολιτιστικού
Οργανισμού Δήμου Νίκαιας, Λάρισα 2000 σ. 113-115


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου